Πένθος στον χώρο του ελληνικού πολιτισμού προκαλεί ο θάνατος της Μάρως Κοντού, μιας από τις πιο αγαπημένες μορφές του εγχώριου κινηματογράφου και θεάτρου. Η ηθοποιός, που για δεκαετίες συντρόφευσε το ελληνικό κοινό σε αίθουσες και τηλεοπτικές οθόνες, έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών, αφήνοντας πίσω της μια σπουδαία παρακαταθήκη.
Το πραγματικό της όνομα ήταν Μαριάνθη Κοντού. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Κουκάκι, στην Αθήνα, το 1934. Η παιδική της ηλικία σημαδεύτηκε νωρίς από την απώλεια του πατέρα της, τον οποίο έχασε όταν ήταν μόλις δύο ετών, με αποτέλεσμα να μεγαλώσει σε μια οικογένεια γυναικών.
Παρά τις δυσκολίες των πρώτων χρόνων, η Μάρω Κοντού κατάφερε να ξεχωρίσει και να καθιερωθεί ως μια σπάνια περίπτωση κυρίας, τόσο μέσα από τη δουλειά της όσο και μέσα από την προσωπική της ζωή. Αυτή η αρχοντιά τη συνόδευσε σε όλη τη διαδρομή της και έγινε ένα από τα χαρακτηριστικά που την ξεχώρισαν.
Η πορεία της στην υποκριτική υπήρξε μακρά και γεμάτη. Συνολικά διέπρεψε σε εξήντα μία ταινίες μεγάλου μήκους, αφήνοντας το στίγμα της στη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου. Οι ρόλοι της χαράχτηκαν στη μνήμη πολλών γενεών θεατών, που την αγκάλιασαν από την πρώτη στιγμή.
Ένας από τους ρόλους που τη σύστησαν στο ευρύ κοινό ήρθε μέσα από την ταινία Αλίμονο στους νέους, το 1961, όπου έπαιξε δίπλα στον Δημήτρη Χορν. Η συνεργασία αυτή αποτέλεσε μια από τις στιγμές που εδραίωσαν τη θέση της ανάμεσα στα αγαπημένα πρόσωπα της εποχής.
Η καριέρα της δεν περιορίστηκε στη μεγάλη οθόνη. Η Μάρω Κοντού γνώρισε και μια δεύτερη λαμπρή πορεία στην τηλεόραση, γεγονός που της επέτρεψε να παραμείνει κοντά στο κοινό και σε νεότερες γενιές, πολύ μετά την ακμή του κινηματογράφου στον οποίο πρωτοδιακρίθηκε.
Χάρη σε αυτή τη διαδρομή, η αγάπη και η εκτίμηση του κόσμου τη συνόδευσαν αδιάλειπτα από το 1960, όταν έπαιξε τον πρώτο αξιοπρόσεκτο ρόλο της, μέχρι και την τελευταία μέρα της ζωής της. Ο θάνατός της κλείνει έναν κύκλο για μια ηθοποιό που ταυτίστηκε με τις πιο όμορφες στιγμές του ελληνικού θεάματος.
