Παράταση ζωής δίνεται στη δυνατότητα των φορολογουμένων να κλείσουν τις εκκρεμότητές τους με την εφορία χωρίς να καταφύγουν στα δικαστήρια. Όπως μεταδόθηκε από την ΕΡΤ, η προθεσμία για την υποβολή αίτησης εξωδικαστικής επίλυσης φορολογικών διαφορών, που έληγε στις 24 Ιουλίου, μετατίθεται πλέον για τις 31 Δεκεμβρίου, δίνοντας περισσότερο χρόνο σε όσους θέλουν να αξιοποιήσουν τη συγκεκριμένη πλατφόρμα.
Μέσω της διαδικασίας αυτής, ο φορολογούμενος μπορεί να επιδιώξει τη ρύθμιση των υποθέσεών του με συμβιβασμό και όχι με δικαστική οδό. Στο πεδίο εφαρμογής εντάσσονται τόσο παλαιότερες υποθέσεις, ακόμη και κάποιες που μπορεί να έχουν ήδη κλείσει, όσο και νέες, καλύπτοντας ένα ευρύ φάσμα εκκρεμοτήτων που ταλαιπωρούν πολίτες και επιχειρήσεις.
Στην αίτηση που θα υποβάλει, ο φορολογούμενος έχει το δικαίωμα να επισυνάψει τα επιχειρήματά του και να τεκμηριώσει τη θέση του. Μπορεί, για παράδειγμα, να υποστηρίξει ότι το αδίκημα έχει παραγραφεί, ότι ο υπολογισμός του φόρου ή του προστίμου που του επιβλήθηκε δεν ήταν σωστός, ή ακόμη να ζητήσει την εφαρμογή μιας ευμενέστερης και πιθανώς νεότερης νομοθεσίας στην περίπτωσή του.
Οι αιτήσεις που θα κατατεθούν δεν θα εξεταστούν άμεσα, αλλά σε ένα χρονικό διάστημα που μπορεί να φτάσει έως τον Ιούλιο του 2027. Στο διάστημα αυτό η φορολογική αρχή θα κληθεί να αξιολογήσει τα στοιχεία και τα επιχειρήματα που προβάλλει ο κάθε πολίτης, προτού καταλήξει στο αν θα αποδεχθεί ή όχι το αίτημα για συμβιβασμό.
Εφόσον η φορολογική αρχή κρίνει ότι τα επιχειρήματα του φορολογουμένου είναι βάσιμα και οι δύο πλευρές συμφωνήσουν και συνυπογράψουν τη ρύθμιση, ο πολίτης θα κληθεί να καταβάλει το 30% του ποσού που θα προκύψει από τον συμβιβασμό. Το αρχικό αυτό ποσοστό αποτελεί την προϋπόθεση για να ενεργοποιηθεί ολόκληρη η συμφωνία και να τακτοποιηθεί η υπόθεση.
Το υπόλοιπο 70% της οφειλής θα μπορεί να ρυθμιστεί σε έως και 24 δόσεις, με τον ίδιο τον φορολογούμενο να επιλέγει τον αριθμό των δόσεων που τον εξυπηρετεί. Η ευελιξία αυτή επιτρέπει σε όσους αδυνατούν να πληρώσουν εφάπαξ να κατανείμουν το βάρος σε βάθος χρόνου, ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνατότητες.
Καθοριστικό κίνητρο αποτελεί το ύψος της έκπτωσης, που συνδέεται άμεσα με τον αριθμό των δόσεων. Όσο λιγότερες δόσεις επιλέξει κανείς, τόσο μεγαλύτερο είναι το κούρεμα της οφειλής. Συγκεκριμένα, αν ο φορολογούμενος επιλέξει να εξοφλήσει εφάπαξ το ποσό, μπορεί να πετύχει κούρεμα που φτάνει το 75%, ενώ αν επιλέξει τις 24 δόσεις η μείωση περιορίζεται στο 35%.
