Στο στόχαστρο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας βρέθηκε ένα εκτεταμένο κύκλωμα απάτης με τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, με τις έρευνες να έχουν εξελιχθεί τον τελευταίο χρόνο σε αρκετές πόλεις. Ανάμεσα στα σημεία όπου διενεργήθηκαν έρευνες ήταν η Αττική και η Καστοριά, στοιχείο που δείχνει ότι το φαινόμενο άγγιζε άμεσα και τη χώρα μας, πέρα από τα σύνορα της Ελλάδας.
Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, δεν επρόκειτο για μεμονωμένη επιχείρηση, αλλά για ένα σύνθετο δίκτυο εταιρειών που είχε αναπτύξει δράση σε τέσσερις χώρες. Οι αρχές αναφέρουν ότι το κύκλωμα δραστηριοποιούνταν σε Βουλγαρία, Ελλάδα, Τσεχία και Κύπρο, γεγονός που καθιστούσε ακόμη πιο δύσκολο τον εντοπισμό και την εξιχνίαση των παράνομων συναλλαγών.
Ο μηχανισμός της απάτης στηριζόταν στην εκμετάλλευση των ενδοκοινοτικών συναλλαγών. Το δίκτυο φέρεται να αξιοποιούσε αυτές τις συναλλαγές προκειμένου είτε να λαμβάνει επιστροφές ΦΠΑ είτε να μην τον αποδίδει, και μάλιστα για προϊόντα που στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν ποτέ. Πρόκειται για μια κλασική μορφή απάτης, η οποία στην ορολογία περιγράφεται ως απάτη τύπου καρουζέλ.
Η ονομασία δεν είναι τυχαία. Όπως εξηγούν οι αρχές, υπήρχε ένα δίκτυο συγκεκριμένων ανθρώπων που, σαν σε καρουζέλ, μετέφεραν διαρκώς τα ανύπαρκτα προϊόντα από τη μία εταιρεία στην άλλη και από τη μία χώρα στην άλλη, ώστε να δημιουργείται η ψευδαίσθηση πραγματικών εμπορικών πράξεων και να αντλείται ή να αποκρύπτεται ο αντίστοιχος φόρος.
Οι οικονομικές διαστάσεις της υπόθεσης είναι σημαντικές. Η ζημιά από τον ΦΠΑ που δεν αποδόθηκε, τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και στην Ελλάδα, υπολογίζεται σε σαράντα επτά εκατομμύρια ευρώ. Παράλληλα, οι αρχές κάνουν λόγο για επιπλέον οικονομικές ζημιές που εκτιμώνται σε είκοσι τέσσερα εκατομμύρια ευρώ, ανεβάζοντας ακόμη περισσότερο το συνολικό κόστος της απάτης.
Στο πλαίσιο της έρευνας προχώρησαν και σε εκτεταμένες κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων. Δεσμεύτηκαν εννιακόσιες ενενήντα χιλιάδες ευρώ σε κρυπτονομίσματα και περίπου τεσσεράμισι εκατομμύρια ευρώ σε άλλους εκτιμώμενους ψηφιακούς λογαριασμούς. Επιπλέον, κατασχέθηκαν ογδόντα οκτώ ακίνητα, ένα χρηματικό ποσό, καθώς και πολλά αυτοκίνητα που συνδέονται με το κύκλωμα.
Το δίκτυο, σύμφωνα με τις πληροφορίες, δρούσε από το 2021 μέχρι και το 2025, γεγονός που καταδεικνύει τη διάρκεια και τη μεθοδικότητα της δράσης του. Οι αρχές στέκονται ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο έφτασαν στα ίχνη του, σε μια υπόθεση που αναδεικνύει τόσο την έκταση της διασυνοριακής φοροδιαφυγής όσο και τη σημασία της συνεργασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την αντιμετώπισή της.
