LIVE PROTOCOL
EET--:--:-- edition--.--.--

Η δεύτερη γενιά Αλβανών μεταναστών αφηγείται τη διαδρομή της

Η δεύτερη γενιά Αλβανών μεταναστών αφηγείται τη διαδρομή της

Παιδιά που ήρθαν από την Αλβανία στη δεκαετία του '90 και μεγάλωσαν στην Ελλάδα κουβαλώντας το στίγμα του Αλβανού μετανάστη αφηγούνται τη δική τους ιστορία. Μέσα από τις μαρτυρίες τους ξεδιπλώνονται ο φόβος του περάσματος των συνόρων, ο ρατσισμός, η άρνηση ενοικίασης σπιτιών και ο αγώνας για την ταυτότητα και την ιθαγένεια.

Μια ολόκληρη γενιά που ήρθε από την Αλβανία ως παιδιά στη δεκαετία του '90 και μεγάλωσε στην Ελλάδα στρέφεται σήμερα προς τα πίσω για να αφηγηθεί τη δική της διαδρομή. Πρόκειται για ανθρώπους που μεγάλωσαν, όπως λένε οι ίδιοι, με το στίγμα του Αλβανού μετανάστη εκείνης της εποχής. Ανάμεσά τους, τέσσερις νέοι καλλιτέχνες που κατάφεραν τελικά να διαπρέψουν. Μέσα από τις μαρτυρίες τους ξετυλίγεται η ιστορία της ταυτότητας, των ριζών και όσων άφησαν πίσω τους.

Η μεγάλη μετανάστευση των Αλβανών προς την Ελλάδα έγινε κυρίως μεταξύ 1990 και 1995. Όπως περιγράφεται, επρόκειτο σε μεγάλο βαθμό για μια μετανάστευση εφήβων και νέων ανθρώπων, αφού πολλοί από αυτούς που μετανάστευσαν ήταν μόλις γύρω στα είκοσι με είκοσι δύο χρόνων. Είχαν ακούσει ότι εκεί τα πράγματα ήταν καλά, χωρίς ωστόσο να ξέρουν τι θα συναντούσαν. Οι περισσότεροι ήρθαν για να εργαστούν, κυρίως σε αγροτικές δουλειές στη Θεσσαλία.

Η ιστορία του Δημήτρη αποτυπώνει τον πόνο αυτής της περιόδου. Γεννήθηκε στους Αγίους Σαράντα της Αλβανίας και οι γονείς του ήρθαν στην Ελλάδα το 1992. Ο ίδιος ήταν μόλις τριών μηνών όταν αναγκάστηκαν να τον αφήσουν πίσω, στην Αλβανία, με τον παππού και τη γιαγιά του για να μπορέσουν να δουλέψουν. Για περίπου τέσσερα χρόνια μεγάλωσε με τους παππούδες του, και όπως λέει, η περίοδος αυτή κρύβει βαθιά ενοχή για πολλούς μετανάστες και τους γονείς τους.

Ο Έλσον Σκουρή μεγάλωσε σε ένα μικρό χωριό της περιοχής του Ελμπασάν και ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία εννέα ετών. Ο πατέρας του ήρθε πρώτος μετά την πτώση του καθεστώτος, δούλεψε σε κτήματα και μάζεψε χρήματα ώστε να αγοράσει βίζα και να περάσει τα σύνορα η γυναίκα του και τα δύο παιδιά του. Το πέρασμα των συνόρων, θυμάται, ήταν από τις πιο δυνατές εμπειρίες της ζωής του, γεμάτη άγχος και φόβο. Είχε ακούσει προειδοποιήσεις να είναι ήσυχος, γιατί υπήρχε ο κίνδυνος να τους απαγορεύσουν την είσοδο, να τους βρουν ή να τους χτυπήσουν.

Η ένταξη στη νέα χώρα συνάντησε εμπόδια από την πρώτη στιγμή. Όπως περιγράφεται, στις αρχές του 1993 πολλοί ιδιοκτήτες δεν νοίκιαζαν σπίτια σε Αλβανούς, με αποτέλεσμα οι οικογένειες να αναγκάζονται να αναζητούν στέγη σε συγκεκριμένες γειτονιές. Έτσι, πολλοί Αλβανοί συγκεντρώθηκαν σε περιοχές όπως ο Άγιος Παντελεήμονας και τα Κάτω Πατήσια. Στη μνήμη τους έχουν μείνει και οι λεγόμενες επιχειρήσεις σκούπα, οι κλούβες και ο φόβος, ιδιαίτερα στην Ομόνοια, για όσους δεν είχαν χαρτιά.

Απέναντι σε αυτό το κλίμα, αρκετοί έμαθαν να κρύβουν την καταγωγή τους μέσα από μια διαρκή μεταμόρφωση. Άλλαζαν τον τρόπο που χτένιζαν τα μαλλιά τους, δούλευαν την προφορά τους και πρόσεχαν την εμφάνισή τους, ζώντας σε μια συνεχή εγρήγορση. Η αίσθηση αυτή δεν έχει εξαλειφθεί εντελώς ακόμη και σήμερα. Όπως λένε, υπάρχουν φορές που, μιλώντας στο τηλέφωνο με ελληνικές υπηρεσίες, τους ρωτούν αν είναι σίγουρα Έλληνες, καθώς το ονοματεπώνυμο αρκεί για να δημιουργήσει αμφιβολία.

Παρά τις δυσκολίες, η διαδρομή τους οδήγησε στη δημιουργία και στη μόρφωση. Ο Χρήστος πέρασε στο Πολυτεχνείο, ήρθε στην Αθήνα και άρχισε να γυρίζει από βιβλιοθήκη σε βιβλιοθήκη, διαβάζοντας βιβλία στην Κεντρική Βιβλιοθήκη της Αθήνας και στη βιβλιοθήκη του Δήμου Ζωγράφου, αφού δεν είχε τη δυνατότητα να τα αγοράζει. Σύντομα ξεκίνησε και ο ίδιος να γράφει. Ένας από αυτούς σπούδασε πληροφορική και έκανε μεταπτυχιακά, ενώ μετά από είκοσι πέντε χρόνια κατάφερε να λάβει την ελληνική ιθαγένεια, κάτι που οι γονείς του δεν είχαν καταφέρει ποτέ.

Loading article...