Καθοριστική εξέλιξη σημειώθηκε στην υπόθεση του εμπρησμού της Μαρφίν, με τη σύλληψη της σαράντα έξι ετών γυναίκας που φέρεται να συνδέεται με την υπόθεση. Η ίδια συνελήφθη από τις βρετανικές αρχές στις τέσσερις τα ξημερώματα στο αεροδρόμιο Γκάτγουικ, ύστερα από την ενεργοποίηση ερυθράς αγγελίας εκ μέρους των ελληνικών αρχών. Παρά το γεγονός ότι είχε δηλώσει πως θα παραδιδόταν στις ελληνικές αρχές και θα ερχόταν να καταθέσει, η σύλληψή της έγινε τελικά στη Βρετανία, όπου και παραμένει.
Η γυναίκα δεν έχει ακόμη μεταφερθεί στην Αθήνα, ωστόσο, σύμφωνα με τις πληροφορίες, φέρεται να έχει συναινέσει στην έκδοσή της. Οδηγείται ενώπιον του δικαστηρίου του Γουέστμινστερ, όπου ξεκινά η σχετική διαδικασία, και εκτιμάται ότι σύντομα θα βρεθεί στη διάθεση των ελληνικών ανακριτικών αρχών. Μέχρι τότε παραμένει υπό κράτηση στη Βρετανία, έχοντας συλληφθεί κατόπιν εντάλματος που εκδόθηκε από την Ελλάδα για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, ενώ η έκδοσή της στη χώρα αναμένεται να ολοκληρωθεί εντός των επόμενων δέκα ημερών.
Στο μεταξύ, οι δύο άνδρες, σήμερα σαράντα δύο ετών, που είχαν οδηγηθεί στον ανακριτή υπό συνοδεία ένοπλων αστυνομικών αντιμετωπίζοντας την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή, κρίθηκαν προφυλακιστέοι μετά τις απολογίες τους. Οι δύο κατηγορούμενοι μεταφέρθηκαν με χωριστά αυτοκίνητα της αστυνομίας στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής, όπου θα διανυκτερεύσουν, ενώ το πρωί θα κριθεί σε ποια καταστήματα κράτησης θα οδηγηθούν. Πρόκειται για δύο από τα πέντε πρόσωπα που, σύμφωνα με τις αρχές, φέρονται να απαρτίζουν την ομάδα που εμπλέκεται στην επίθεση, δεκαέξι ολόκληρα χρόνια μετά το ίδιο το συμβάν. Και οι δύο, μέσω των δικηγόρων τους, αρνούνται την κατηγορία και οποιαδήποτε σχέση με τα επεισόδια εκείνης της ημέρας.
Την ίδια ώρα, η έρευνα φαίνεται να διευρύνεται, καθώς οι αρχές επιχειρούν να ταυτοποιήσουν ακόμη δύο πρόσωπα που φέρονται να συνδέονται με την υπόθεση. Στο πλαίσιο αυτό διενεργήθηκαν έρευνες σε σπίτια στον Πειραιά και στην Καισαριανή, όπου, σύμφωνα με τις πληροφορίες, βρέθηκαν ψηφιακά αρχεία και φωτογραφίες, στοιχεία που επιχειρείται να συνδεθούν με την εμπρηστική επίθεση στη Μαρφίν.
Παράλληλα με τις συλλήψεις, έρχονται στο φως στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο ξετυλίχθηκε το κουβάρι μιας υπόθεσης που παρέμενε ανεξιχνίαστη επί δεκαέξι χρόνια. Κομβικό ρόλο φέρεται να έπαιξε ένα ψηφιακό αρχείο, το οποίο εντοπίστηκε στο σπίτι ενός σήμερα σαράντα οκτώ ετών αντιεξουσιαστή, στο πλαίσιο έρευνας της Αντιτρομοκρατικής που είχε διενεργηθεί στην κατοικία του το 2020.
Μέσα στο υλικό αυτό φέρεται να υπήρχαν φωτογραφίες που έδειχναν τους τρεις από τους πέντε της ομάδας σε διακοπές σε νησί του Αιγαίου. Οι αρχές διασταύρωσαν τα ρούχα που φορούσαν εκείνες τις ημέρες, καθώς και ορισμένα αξεσουάρ, και διαπίστωσαν ότι ήταν τα ίδια με αυτά που φορούσαν την ημέρα της φονικής επίθεσης στο νεοκλασικό κτίριο της Μαρφίν, στοιχείο που θεωρείται βασικό για την ταυτοποίησή τους.
Στη διαλεύκανση συνέβαλαν και ανώνυμα ηλεκτρονικά μηνύματα, καθώς και μαρτυρικές καταθέσεις που είχαν υποδείξει τα ίδια πρόσωπα ως βασικούς υπόπτους, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν μέχρι τότε επαρκή στοιχεία. Το ψηφιακό αρχείο παραδόθηκε τον περασμένο Μάιο και, σε συνδυασμό με το προϋπάρχον υλικό, τη συνδρομή της τεχνητής νοημοσύνης και τα εγκληματολογικά εργαστήρια, οδήγησε στην επανάνοιξη της παλιάς δικογραφίας που είχε τεθεί στο αρχείο.
Στο επίκεντρο της υπόθεσης παραμένουν τα τρία θύματα της πυρκαγιάς που ξέσπασε στο κτίριο τον Μάιο του 2010. Στον τρίτο όροφο εγκλωβίστηκαν από τις φλόγες η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, τριάντα δύο ετών και έγκυος τεσσάρων μηνών, η Παρασκευή Ζούλια, τριάντα πέντε ετών, καθώς και ένας ακόμη συνάδελφός τους τριάντα έξι ετών. Με την απαγγελία κατηγοριών στους δύο άνδρες και τη σύλληψη της σαράντα έξι ετών στο εξωτερικό, η υπόθεση επανέρχεται στο προσκήνιο, με τις οικογένειες των θυμάτων να αναμένουν, ύστερα από χρόνια, απαντήσεις για μια τραγωδία που στοίχισε τρεις ανθρώπινες ζωές.
