Διπλή αναβάθμιση, BBB+ για πρώτη φορά σε δεκαεπτά χρόνια και επιστροφή στις ανεπτυγμένες αγορές. Τι σημαίνουν στην πράξη οι νέες αξιολογήσεις για την Ελλάδα.
Λίγα μόλις χρόνια πριν, η ελληνική οικονομία ήταν σχεδόν συνώνυμο της κρίσης. Σήμερα, το αφήγημα έχει αλλάξει ριζικά. Οι μεγάλοι οίκοι αξιολόγησης, αυτοί που κάποτε υποβάθμιζαν διαρκώς τη χώρα, τώρα την αναβαθμίζουν το ένα βήμα μετά το άλλο. Η επιστροφή αυτή, αργή αλλά σταθερή, είναι ίσως η σημαντικότερη οικονομική είδηση της χρονιάς.
Η πιο πρόσφατη επιβεβαίωση ήρθε στα μέσα του Σεπτεμβρίου, με μια διπλή αναβάθμιση. Δύο οίκοι, η Moody's και η Scope, βελτίωσαν σχεδόν ταυτόχρονα την εικόνα της χώρας. Έτσι, η Ελλάδα έφτασε σε επίπεδο αξιολόγησης που είχε να δει εδώ και δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια, μια απόσταση που μοιάζει πλέον με μια ολόκληρη εποχή.
Τι σημαίνει η επενδυτική βαθμίδα

Για να καταλάβουμε τη σημασία, χρειάζεται μια μικρή εξήγηση. Η λεγόμενη επενδυτική βαθμίδα είναι, στην ουσία, μια σφραγίδα αξιοπιστίας. Δείχνει στους διεθνείς επενδυτές ότι η χώρα θεωρείται πλέον ασφαλής προορισμός για τα κεφάλαιά τους, και όχι ένα ριψοκίνδυνο στοίχημα, όπως ήταν στα δύσκολα χρόνια της κρίσης.
Η διαφορά δεν είναι καθόλου θεωρητική. Όταν μια χώρα ανήκει στην επενδυτική βαθμίδα, δανείζεται φθηνότερα, γιατί οι αγορές εμπιστεύονται ότι θα αποπληρώσει τα χρέη της. Το χαμηλότερο κόστος δανεισμού για το κράτος σημαίνει, με τη σειρά του, περισσότερο χώρο για επενδύσεις και λιγότερο βάρος στους μελλοντικούς προϋπολογισμούς.
Το ταξίδι προς τα εδώ ξεκίνησε νωρίτερα μέσα στη χρονιά. Ήδη τον Μάρτιο, η Moody's είχε ανεβάσει την Ελλάδα στην επενδυτική βαθμίδα. Οι πιο πρόσφατες κινήσεις απλώς χτίζουν πάνω σε αυτή τη βάση, επιβεβαιώνοντας ότι δεν επρόκειτο για μια μεμονωμένη και ευκαιριακή βελτίωση, αλλά για μια σταθερή τάση.
Τα θεμέλια της αναβάθμισης
Οι οίκοι δεν αναβαθμίζουν ποτέ χωρίς σοβαρό λόγο. Πίσω από τις αποφάσεις τους βρίσκονται συγκεκριμένα και μετρήσιμα στοιχεία. Το κυριότερο από αυτά είναι η ταχεία μείωση του χρέους. Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ προβλέπεται να πέσει γύρω στο 136 τοις εκατό το 2026, από περίπου 146 τον προηγούμενο χρόνο.
Η πορεία αυτή αναμένεται να συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, το χρέος θα μπορούσε να υποχωρήσει κοντά στο 110 τοις εκατό ως το 2031. Παραμένει υψηλό, ασφαλώς, αλλά η κατεύθυνση είναι σταθερά καθοδική, και ακριβώς αυτή η τάση είναι που καθησυχάζει περισσότερο τις αγορές.
Δίπλα στη μείωση του χρέους στέκεται μια σταθερή, αν και μέτρια, οικονομική ανάπτυξη. Οι προβλέψεις τοποθετούν τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ γύρω στο 1,9 τοις εκατό για το 2026 και στο 1,7 για το 2027. Δεν είναι εντυπωσιακά νούμερα, όμως είναι σταθερά, και η σταθερότητα συχνά μετράει περισσότερο από τις προσωρινές εξάρσεις.
Η επιστροφή στις ανεπτυγμένες αγορές
Πέρα από τους οίκους αξιολόγησης, μια ακόμη μεγάλη αλλαγή αφορά το ίδιο το χρηματιστήριο. Η Ελλάδα βρίσκεται στον δρόμο της επιστροφής στην κατηγορία των ανεπτυγμένων αγορών, μια θέση που είχε χάσει στα δύσκολα χρόνια. Ο οίκος δεικτών FTSE Russell επιβεβαίωσε την αναβάθμιση αυτή μέσα στον Σεπτέμβριο.
Ένας άλλος μεγάλος οίκος δεικτών, η MSCI, κινείται προς την ίδια ακριβώς κατεύθυνση, αν και με πιο αργό βηματισμό. Η δική της αναταξινόμηση, που αρχικά αναμενόταν νωρίτερα, τοποθετείται πλέον για την επανεξέταση του Μαΐου του 2027. Η Ελλάδα, πάντως, πληροί ήδη και τα είκοσι δύο κριτήρια που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό αυτό.
Γιατί όμως μετράει τόσο πολύ αυτό; Επειδή η ένταξη στις ανεπτυγμένες αγορές ανοίγει την πόρτα σε μια εντελώς νέα κατηγορία επενδυτών. Μεγάλα διεθνή κεφάλαια, που από τον κανονισμό τους επενδύουν μόνο σε τέτοιες αγορές, μπορούν πλέον να στραφούν προς την Αθήνα. Αυτό σημαίνει δυνητικά περισσότερη ρευστότητα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Η ψήφος εμπιστοσύνης των αγορών
Το θετικό αυτό κλίμα αποτυπώνεται καθαρά και στη στάση των μεγάλων διεθνών οίκων. Ονόματα όπως η Morgan Stanley, η JP Morgan, η UBS και η HSBC εμφανίζονται αισιόδοξα για τις προοπτικές της χώρας. Επικαλούνται τα ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη, τη σταθερή ανάπτυξη και τις διαδοχικές αναβαθμίσεις των τελευταίων μηνών.
Καμία αναβάθμιση, βέβαια, δεν σβήνει με τη μία όλες τις προκλήσεις. Το χρέος παραμένει από τα υψηλότερα σε ολόκληρη την Ευρώπη, και η ανάπτυξη, αν και σταθερή, δεν είναι από μόνη της αρκετή για να λύσει κάθε πρόβλημα. Η εικόνα είναι σαφώς θετική, αλλά απαιτεί συνέχεια και συνέπεια για να μη χαθεί ό,τι κερδήθηκε με τόσο κόπο.
Η ιστορία της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια είναι, τελικά, μια ιστορία υπομονετικής ανάκαμψης. Από το ίδιο το κέντρο της ευρωπαϊκής κρίσης, η χώρα έχει φτάσει να θεωρείται ξανά αξιόπιστος προορισμός για επενδύσεις. Ο δρόμος μέχρι την πλήρη κανονικότητα συνεχίζεται, όμως η κατεύθυνση, για πρώτη φορά εδώ και καιρό, δείχνει ξεκάθαρα μπροστά.

Keep subscribing to Νίκος ΠέτρουHer next filing reaches you the moment it publishes, on her own subdomain.
Subscribe
