Η απόσταση μεταξύ της ευρωπαϊκής έγκρισης και του ελληνικού ραφιού έχει γίνει το μεγαλύτερο χάσμα στην ιατρική.
Στη Γερμανία ή τη Γαλλία, ένα καινοτόμο φάρμακο μπορεί να βρίσκεται ήδη στα χέρια του ασθενούς, ενώ στην Αθήνα ο ίδιος ο άνθρωπος περιμένει έως και δύο χρόνια. Δεν μιλάμε για εναλλακτικές θεραπείες ή παραφάρμακα, αλλά για σκευάσματα που έχουν περάσει τις αυστηρές δοκιμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Φαρμάκων. Η διαφορά στον χρόνο πρόσβασης έχει φτάσει σε ακραία επίπεδα, προκαλώντας έντονη ανησυχία στους γιατρούς και στους φαρμακοποιούς, που βλέπουν καθημερινά τις συνέπειες αυτής της καθυστέρησης.
Τα νούμερα που ανησυχούν τον κλάδο
Σύμφωνα με πρόσφατα δεδομένα, η καθυστέρηση στην Ελλάδα ανέρχεται κατά μέσο όρο σε 21 μήνες. Αυτό σημαίνει ότι όταν ένας ασθενής σε άλλο ευρωπαϊκό κράτος ξεκινά τη θεραπεία του, ο Έλληνας ομοεπίκλης του περιμένει σχεδόν δύο χρόνια. Το θέμα δεν είναι απλώς μια γραφειοκρατική αδυναμία, αλλά μια δομική αλλαγή στην πολιτική φαρμακευτικής αγοράς που έχει ως αποτέλεσμα η πλειοψηφία των νέων θεραπειών να μην φτάνει ποτέ στην ελληνική αγορά.
Τα νούμερα που ανησυχούν τον κλάδο
Τα στατιστικά της Ένωσης Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδας είναι αποκαλυπτικά. Από τα 214 καινοτόμα φάρμακα που έλαβαν έγκριση από την Ευρωπαϊκή Αρχή Φαρμάκων τα τελευταία χρόνια, μόλις 42 διατέθηκαν πραγματικά στην ελληνική αγορά. Το ποσοστό αυτό είναι εξαιρετικά χαμηλό και δείχνει ότι η πλειοψηφία των νέων θεραπειών παραμένει εκτός του ελέγχου των Έλληνων ασθενών.
Τα νούμερα που ανησυχούν τον κλάδο
Η ΣΦΕΕ υποστηρίζει ότι τρία στα πέντε νέα φάρμακα δεν φτάνουν ποτέ στη χώρα μας. Αυτή η στατιστική δεν είναι ένα μονομερές γεγονός, αλλά το αποτέλεσμα μιας συστηματικής διαδικασίας που περιλαμβάνει πολυετείς διαβουλεύσεις, οριζόμενα πλάνο και περιορισμένους προϋπολογισμούς. Οι εταιρείες φαρμάκων προτιμούν να εστιάσουν τις πωλήσεις τους σε αγορές με μεγαλύτερη ταχύτητα αποζημίωσης και υψηλότερη ζήτηση, αφήνοντας την Ελλάδα να περιμένει ή να παραλείπεται εντελώς.

Ο ρόλος της ΕΜΑ και το κενό στην υλοποίηση
Η Ευρωπαϊκή Αρχή Φαρμάκων παίζει το κεντρικό ρόλο στην έγκριση, αλλά η τελική απόφαση για την τιμολόγηση και τη χρηματοδότηση ανήκει σε κάθε κράτος μέλος. Στην Ελλάδα, αυτή η διαδικασία καθοδηγείται από έναν συνδυασμό περιορισμών προϋπολογισμού και πολυετείς διαβουλεύσεις με τις φαρμακευτικές εταιρείες. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά που κινείται πολύ αργότερα από τον ευρωπαϊκό ρυθμό και με λιγότερες διαθέσιμες επιλογές για τους γιατρούς.
Ο ρόλος της ΕΜΑ και το κενό στην υλοποίηση
Η καθυστέρηση των 21 μηνών δεν είναι τυχαία. Αντικατοπτρίζει τον χρόνο που απαιτείται για να ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις τιμών, να εγκριθεί η χρηματοδότηση από το Εθνικό Σύστημα Υγείας και να προχωρήσει η εμπορική διαθεσιμότητα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι εταιρείες δεν έχουν καν το κίνητρο να προωθήσουν ένα φάρμακο στην ελληνική αγορά αν οι προοπτικές απόδοσης δεν είναι ανταγωνιστικές σε σχέση με τις γειτονικές χώρες.
Η άποψη των φαρμακοποιών
Οι φαρμακοποιοί, που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της επαφής με τους ασθενείς, βιώνουν καθημερινά τις συνέπειες αυτής της καθυστέρησης. Πολλοί από τους συναδέλφους μου στην επαγγελματική κοινότητα περιγράφουν σενάρια όπου ασθενείς ζητούν συγκεκριμένα φάρμακα που έχουν ήδη δοκιμασθεί από φίλους τους στο εξωτερικό, αλλά δεν είναι διαθέσιμα εδώ. Αυτή η ασυμμετρία δημιουργεί μια αίσθηση ανισότητας και απογοήτευσης που χτυπάει την εμπιστοσύνη στο σύστημα.

Η άποψη των φαρμακοποιών
Η έλλειψη φαρμάκων δεν είναι απλώς ένα πρόβλημα αποθέματος. Είναι ένα πρόβλημα κλινικής πρακτικής, όπου οι γιατροί αναγκάζονται να επιλέξουν παλαιότερες θεραπείες που μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματικές ή να έχουν περισσότερες παρενέργειες. Η έλλειψη πρόσβασης στις νεότερες επιλογές σημαίνει ότι η ποιότητα της φροντίδας στη χώρα μας παραμένει πίσω από τα ευρωπαϊκά πρότυπα, ειδικά σε περιπτώσεις σπάνιων παθήσεων ή καρκίνου.
Ποιοι χάνουν και ποιοι κερδίζουν
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί έναν κρυφό κόστος για το σύστημα υγείας. Όταν τα φάρμακα φτάνουν αργά, οι ασθενείς μπορεί να έχουν ήδη προχωρήσει σε χειρότερες κλινικές καταστάσεις, απαιτώντας πιο ακριβές και επιθετικές θεραπείες αργότερα. Από την άλλη, οι φαρμακευτικές εταιρείες που προσαρμόζουν τις στρατηγικές τους στην ελληνική αγορά κερδίζουν μερίδιο σε μια μικρότερη αλλά πιο ευαίσθητη αγορά, όπου η ζήτηση για αποτελεσματική φροντίδα είναι υψηλή.
Ποιοι χάνουν και ποιοι κερδίζουν
Οι ασθενείς είναι οι μεγαλύτεροι χαμένοι σε αυτή την εξίσωση. Η καθυστέρηση των 21 μηνών σημαίνει ότι χάνουν χρόνο ζωής, χρόνο ποιότητας και την ευκαιρία να ωφεληθούν από τις πιο σύγχρονες θεραπείες. Το κόστος αυτό δεν μετριέται μόνο σε χρήματα, αλλά σε ανθρώπινη δυσφορία και σε απώλεια ελπίδας για πολλούς ασθενείς που ψάχνουν για την καλύτερη δυνατή λύση.

Τι πρέπει να αλλάξει
Η μείωση της καθυστέρησης απαιτεί μια ουσιαστική αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο η Ελλάδα διαχειρίζεται τις φαρμακευτικές αγορές. Αυτό περιλαμβάνει πιο γρήγορες διαβουλεύσεις, μεγαλύτερη διαφάνεια στις αποφάσεις χρηματοδότησης και μια πιο προσαρμοσμένη πολιτική που λαμβάνει υπόψη τις ειδικές ανάγκες της χώρας. Η επιθυμία για χαμηλότερες τιμές είναι κατανοητή, αλλά όταν το αποτέλεσμα είναι η μη διαθεσιμότητα φαρμάκων, τότε η πολιτική έχει αποτύχει στο βασικό της σκοπό.
Τι πρέπει να αλλάξει
Η πρόκληση για τις επόμενες χρονιές είναι να βρεθεί ένα ισοζύγιο μεταξύ οικονομικής βιωσιμότητας και κλινικής αποτελεσματικότητας. Αυτό απαιτεί μια πιο δυναμική διαπραγμάτευση με τις φαρμακευτικές εταιρείες και μια πιο προσαρμοσμένη στρατηγική που να λαμβάνει υπόψη τις ειδικές ανάγκες της ελληνικής αγοράς. Η υγεία δεν είναι εμπόρευμα, αλλά η πρόσβαση σε αυτό δεν μπορεί να είναι πολυτέλεια για τους ασθενείς.
Συχνές ερωτήσεις

Keep subscribing to Δέσποινα ΠαππάHer next filing reaches you the moment it publishes, on her own subdomain.
Subscribe
