Για πρώτη φορά εντοπίστησαν ίχνη ερυθρών αιμοσφαιρίων σε οστό 115 εκατομμυρίων ετών, ανατρέποντας τα όρια της βιολογικής διατήρησης.
Μέχρι χθες, η επιστημονική κοινότητα θεωρούσε σχεδόν αδύνατη τη διατήρηση τόσο ευαίσθητων συστατικών για δεκάδες εκατομμύρια χρόνια. Το αίμα, σε αντίθεση με τα οστά ή τα δόντια, είναι ένας ιστός εξαιρετικά ευάλωτος στην αποσύνθεση. Η ανακάλυψη αυτή προέρχεται από διεθνή ομάδα με επικεφαλής το Πανεπιστήμιο Curtin της Αυστραλίας, η οποία εξέτασε δείγματα από την πολιτεία Σεαρά. Η υπόθεση ότι η οργανική ύλη καταστρέφεται άμεσα μετά το θάνατο του οργανισμού φαίνεται πλέον να χρειάζεται αναθεώρηση.
Ο Άρατασαυρος και η κρυμμένη ιστορία του
Το ζώο στο οποίο ανήκει το οστό περιγράφηκε επιστημονικά το 2020, βάσει ευρημάτων που ανασύρθηκαν το 2008. Πρόκειται για έναν σαρκοφάγο δεινόσαυρο της Κρητιδικής περιόδου, μήκους περίπου 3,12 μέτρων. Η ονομασία του συνδυάζει λέξεις από τη γλώσσα των Τούπι και την ελληνική, ενώ η δεύτερη επωνυμία του τιμά το Εθνικό Μουσείο της Βραζιλίας, που υπέστη σοβαρές ζημιές από πυρκαγιά το 2018.
Τα απολιθώματα που βρέθηκαν στην βορειοανατολική Βραζιλία περιλαμβάνουν τμήμα του οπίσθιου άκρου, το οποίο διατηρήθηκε εν μέρει αρθρωμένο. Οι παλαιοντολόγοι εκτιμούν ότι επρόκειτο για νεαρό άτομο, με εξελικτική συγγένεια προς τα σημερινά πτηνά. Το γεγονός ότι τα οστά παρέμειναν σε τέτοια κατάσταση για τόσος χρόνος αποτελεί ήδη ένα θαύμα της φύσης, αλλά η ανακάλυψη των αιματικών μορίων το κάνει ακόμα πιο εντυπωσιακό.

Η επιστημονική πρόκληση της διατήρησης
Γιατί όμως διατηρήθηκε το αίμα; Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν προηγμένες τεχνικές μικροσκοπίας και φασματοσκοπίας για να αναλύσουν τους ιστούς. Η διαδικασία απαιτούσε εξαιρετική ακρίβεια, καθώς τα μόρια του αίματος είναι εξαιρετικά μικρά και εύθραυστα. Η ανίχνευση τους σε οστό 115 εκατομμυρίων ετών υποδηλώνει ότι υπάρχουν συνθήκες διατήρησης που δεν έχουμε ακόμα πλήρως κατανοήσει.
Η προηγούμενη επιστημονική βιβλιογραφία έθετε αυστηρά όρια στη διάρκεια ζωής των βιολογικών μορίων. Τώρα, με αυτό το εύρημα, τα όρια αυτά κινούνται. Δεν σημαίνει ότι θα βρούμε εύκολα DNA, αλλά δείχνει ότι η χημική υπογραφή της ζωής μπορεί να επιβιώσει σε περιβάλλοντα που θεωρούσαμε εχθρικά για την οργανική ύλη. Αυτό ανοίγει νέους δρόμους στη μελέτη της προϊστορικής βιολογίας.

Νέοι δρόμοι στη μελέτη της ζωής
Η ανακάλυψη αυτή δεν είναι απλώς μια νίκη για τους παλαιοντολόγους, αλλά μια πρόσκληση για τους βιολόγους και τους χημικούς. Αν μπορούν να διατηρηθούν ερυθρά αιμοσφαίρια, τι άλλο μπορεί να κρύβεται μέσα στα απολιθώματα; Πρωτεΐνες; Λιπίδια; Η ερώτηση αυτή μετατρέπει τα οστά από απλά ορυκτά δομικά στοιχεία σε δυναμικά αρχεία βιολογικής πληροφορίας.
Για τη μελλοντική έρευνα, αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να εξεταστούν ξανά χιλιάδες απολιθώματα που ήδη βρίσκονται σε μουσεία και αποθήκες. Πολλά από αυτά μπορεί να κρύβουν μοριακά ίχνη που μέχρι τώρα αγνοούσαμε. Η μεθοδολογία που αναπτύχθηκε από την ομάδα του Πανεπιστημίου Curtin θα εφαρμοστεί τώρα σε ευρύτερο φάσμα δειγμάτων, με στόχο τη χαρτογράφηση των συνθηκών που ευνοούν τη διατήρηση.

Τι σημαίνει αυτό για τη γεωλογία;
Η γεωλογική κοινότητα πρέπει τώρα να επανεξετάσει τα μοντέλα που χρησιμοποιεί για την αποτίμηση της διατήρησης των ιχνηοθηριών και των βιοσυντηρήσεων. Αν το αίμα επιβιώνει, τότε και άλλα μεταβολικά προϊόντα μπορεί να αφήνουν ίχνη που μπορούν να αναγνωριστούν. Αυτό αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο διαβάζουμε το γεωλογικό αρχείο.
Η ανακάλυψη αυτή θυμίζει τις πρώτες ανιχνεύσεις DNA σε παγωμένα δείγματα, αλλά σε πολύ μεγαλύτερο χρονικό κλίμακα. Είναι μια υπενθύμιση ότι η φύση έχει τρόπους διατήρησης που ξεπερνούν τη φαντασία μας. Όσο συνεχίζουμε να σκαψουμε, τόσο περισσότερα μυστικά του παρελθόντος φαίνεται να είναι έτοιμα να αποκαλυφθούν.
Συχνές ερωτήσεις

Keep subscribing to Ελένη ΠαπαδάκηHer next filing reaches you the moment it publishes, on her own subdomain.
Subscribe
